Ξημερώματα Τετάρτης ακούω μια φωνή από τον ουρανό να μου λέει:«ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ ΠΑΣ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟ ΣΟΥ». Όταν οι γιατροί ήρθαν να με δουν το πρωί, μου είπαν ότι είμαι καλά και το γεγονός ότι έζησα ήταν ένα θαύμα.
«Ιδού, επί των παλαμών μου σε εζωγράφισα» (Ησαΐας μθ΄16)


Γεννήθηκα το 1929 στη Δράμα από γονείς πρόσφυγες που ήρθαν το 1924 από την Καππαδοκία στην Ελλάδα. Είχα τρείς μεγαλύτερους αδερφούς και μία αδερφή μικρότερη από εμένα. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχά εξαιτίας του γεγονότος ότι ο πατέρας μου ερχόμενος από την Μικρά Ασία αναγκάστηκε να αφήσει όλη την περιουσία του εκεί, το σπίτι, και την πολύ καλή δουλειά του ως λογιστής. Ήταν ένας αξιοπρεπής άνθρωπος και δεν άντεξε τις συνθήκες της προσφυγιάς. Πέθανε αφήνοντας τη μητέρα μου χήρα κι εμάς ορφανά.
...ένιωσα κάποια στιγμή σαν να βγαίνω από το σώμα μου και να πηγαίνω ψηλά. Ήμουνα εγώ και έβλεπα τον εαυτό μου να προσεύχεται και δεν μπορούσα να καταλάβω πως ήταν δυνατόν να είμαι και πάνω και κάτω. Έφυγα μακρυά από τη γη, την έβλεπα στρογγυλή όπως είναι και ακούω μια φωνή να με ρωτάει...
...σε μια χριστιανική συντροφιά, στο κλείσιμο της βραδιάς, μέσα στην ησυχία της νύχτας τέθηκε το πιο σοβαρό ερώτημα: «Εάν αυτό το βράδυ έρθει ο Κύριος να καλέσει την εκκλησία Του σε συνάντησή Του είσαστε έτοιμοι να βρεθείτε στο μεσουράνημα εις απάντησή Του;» Αυτή η βραδιά ήταν ξεχωριστή για μένα.
Έτσι ζούσα κι εγώ μες την καταπίεση της καθημερινότητας και προσπαθούσα να τα βγάλω πέρα μόνος μου αλλά πιο πολύ βυθιζόμουν, μέχρι που ο καλός ποιμένας Ιησούς με έβγαλε από το σκοτάδι, τον θάνατο και την αβεβαιότητα και με έφερε στο φως, στη ζωή, στη χαρά, στην ελπίδα.
Από μικρή διάβαζα την Αγία Γραφή και αισθανόμουν στην καρδιά μου ειρήνη. Νοσταλγούσα τις μέρες που ο Κύριος ήταν στη γη και θα ήθελα να ήμουν και εγώ, μια μαθήτριά του. Πάντα προσευχόμουν, διάβαζα το Λόγο του Θεού και προσπαθούσα με καλές πράξεις στους ανθρώπους, να εκτελέσω το Θέλημα του Θεού.
